ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ - ΟΚΤΩΗΧΟΣ - ΜΗΝΑΙΑ - ΤΡΙΩΔΙΟ - ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟ
ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΞΟΔΙΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ
ΣΤΑΣΕΙΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ - ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΕΣ - ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ
ΟΙ ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΣΟΦΙΑΣ - ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΓΙΑ ΟΤΙ ΝΕΟΤΕΡΟ ΘΑ ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΤΑΙ Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ 1890-1964

Ενας λεπρός που αγίασε… Όσιος Νικηφόρος 4/1/1964

«Ου δε επλεόνασεν ή αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν ή χάρις»…

Όσοι έχουν πάει προς Αιγάλεω μεριά, όλο και κάτι έχουν ακούσει…

Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε να εργάζεται εκεί σ’ ένα κουρείο.

[el]image1Τότε ενεφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τούς λεπρούς τούς απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγη τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν Ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.

Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, πού ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου, όπου εφυλάσσετο η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσετο και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).

Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρ

ή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραφε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Αγίου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζομένων).

Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Αγίου Ανθίμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο όποιος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φώς του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τούς Αποστόλους από στήθους.

Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομεΐο της Χίου και τούς εναπομείναντος ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τούς έστειλαν στόν Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.

Εκεί, στόν Αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο όποιος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνη όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον Αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τούς οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον όποιο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μονάχου Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Να τι αναφέρουν μεταξύ των άλλων όσοι τον εγνώρισαν τότε:

Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν εγόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία. Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελα¬χίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, εδιηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος. Το πρόσωπο του, πού ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο πού έλεγε: «Ας είναι δοξασμένο το Άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.

(Από το βιβλίο «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ», υπό Σίμωνος μοναχού, Γ’ εκδ. «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ», Αθήναι 2007).

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; …με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).



ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 4!! ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΛΕΠΡΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ & ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Τῌ Δ´ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ, τοῦ ἐν Χίῳ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῇ καρτερίᾳ ἀθλήσαντος καὶ ἐν ἀσκήσει διαπρέψαντος.
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Ποίημα Ἰσιδώρας Μοναχῆς Ἁγιεροθεϊτίσσης
Ἔκδοσις: Ἅγιος Στέφανος. Ἀθήνα.
Σημείωσις: Ὁ Ἅγιος οὗτος, δὲν ἔχει ἀνακηρυχθεὶ ἀκόμα ἐπισήμως Ἅγιος, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας. Γνωστὸς ἔγινε ἀπὸ τὸ βιβλίο: Νικηφόρος ὁ Λεπρός, τῆς καρτερίας ἀθλητὴς λαμπρός. Ὑπὸ Συμεῶν Μοναχοῦ. Ἀθήνα. Ἐκδόσεις: Ἅγιος Στέφανος
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΜΑΜΑΛΟΥΓΚΟΣ http://www.nektarios.gr/
ΕΝ ΤΩ ΜΙΚΡΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ
Ἱστῶμεν στίχους δ΄, καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσόμοια. Ἦχος δ΄. Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν.
Τοῦ Ἀνθίμου ταῖς ῥήσεσι, τοῦ ἐν Χίῳ ὑπήκουσας, Νικηφόρε πάντιμε, καὶ ἐβάδισας· τῶν Μοναζόντων τοῖς ἴχνεσιν, νηστείαν γὰρ ἔστερξας, ἀγρυπνίαν σιωπήν, καὶ εὐχὴν ἀδιάλειπτον· μὴ φεισάμενος, τοῦ λεπρῶντος σαρκίου σου στεῤῥόφρον, ἀλλ᾿ ἀσκήσει ἀπειργάσω, τοῦτο χιόνος λευκότερον.
Ἀλγηδόνας ἐν σώματι, ἐκ τῆς λέπρας ὑπέμεινας, ὡς Ἰὼβ γηθόμενος, καρτερόψυχε· εἶτα ὀμμάτων σου πήρωσιν, μελῶν τε παραλύσιν, Νικηφόρε ἀλλ᾿ ἀρθείς, μετεώρως ὡς εἶδέ σε· ὁ Εὐμένιος, ὁ σεπτὸς μαθητής σου ὡς ὁ Παῦλος, κάλλη θεῖα ἐποπτεύσω, ὧν νῦν τρυφὰς ἀγαλλόμενος.
Τῶν χαρίτων κειμήλιον, Νικηφόρε σὲ ἔγνωμεν, θησαυρὸν πολύτιμον, μαργαρίτην τε· τῆς Ἐκκλησίας καὶ στήριγμα, διδάσκαλον ἔμπειρον, ἀενάου προσευχῆς, θλιβομένων παρήγορον· ταπεινώσεως, ἀκτησίας τε τύπον εὐωδίας, μυριπνόου σὲ ταμεῖον, κρήνην θαυμάτων ἀείῤῥουν τε.
Χριστωνύμων πληρώματα, ἑορτὴν νῦν χαρμόσυνον, συγκροτοῦντες ᾄσμασιν, δεῦτε στέψωμεν· τὸν Νικηφόρον τὸν μάκαρα, τὸν ἄρτι τελέσαντα, λέπρας τρῖβον τὴν στενήν, καὶ τὴν κλῆσιν τοῖς πράγμασι· δικαιώσαντα, ὡς νικήσαντα κράτος τοῦ δολίου, καρτερίᾳ ἀνενδότῳ, τῶν ἀλγεινῶν καὶ τῶν θλίψεων.
Δόξα. Ἦχος α΄.
Τὸν καλλίνικον στεφανίτην, τῆς οὐρανίου στρατολογίας, δεῦτε νικητικῶς πάντες καταστέψωμεν. Νικηφόρον τὸν λεπρόν, ἀγογγύστως τὸν βαστάντα τὸν σταυρόν, τῆς πανωδύνου ἀσθενείας.Ὑπομονῇ οὖν μακρᾷ δοκιμασθείς, ὑπὲρ χρυσίου τοῦ προσκαίρου λάμπει, καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐδέξατο, ἐκ τῆς χειρὸς Κυρίου. Αὐτοῦ τὰς ἀριστείας ἀναμέλψωμεν, ἵνα κτησώμεθα πρέσβυν τοῦτον πρὸς Θεὸν τὸν παντοδύναμον, τοῦ δοῦναι πᾶσι ἱλασμὸν καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον.
Τῶν ὑδάτων πᾶσα ἡ φύσις, ἀγάλλου νῦν φαιδρῶς καὶ σκίρτησον, καὶ σὺ Ἰορδάνη ποταμέ, τὰ ῥεῖθρά σου ἐν μεγαλωσύνῃ προετοίμασον. Ἰδοὺ γὰρ ἐπὶ σέ, ἔρχεται τοῦ βαπτισθῆναι θελήματι, ὁ μέγας Βασιλεύς, καὶ τῶν Ἁγίων Ἅγιος Θεός, ἵνα σώσῃ καὶ ἁγιάσῃ, τοὺς προσκυνοῦντας Αὐτόν, καὶ ἐν πίστει βοῶντας· ὁ τῶν θαυμασίων Θεός, δόξα σοι.
ΕΙΣ ΤΑ ΑΠΟΣΤΙΧΑ. Ἦχος β΄. Οἶκος τοῦ᾿Ἐφραθᾶ. 
Ἔαρ ὡς θαυμαστόν, παθῶν ἐν τῷ χειμῶνι, ὁ θεῖος Νικηφόρος, ἀνέτειλε καὶ θάλψιν, μηνύει τὴν οὐράνιον
Στ.: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Λέπραν τῆς σῆς σαρκός, βαστάσας Νικηφόρε, ὡς ὁ Ἰὼβ γενναίως, σὺν τούτῳ ἡ ψυχή σου, Θεοῦ τῷ θρόνῳ ἵσταται.
Στίχος: Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.
Κρήτη ἐν σοὶ σκιρτᾷ, καὶ Χῖος ἐπαγάλλει, σῇ μνήμῃ Νικηφόρε, τῶν οὐρανῶν δὲ πᾶσαι, δυνάμεις συγχορεύουσιν.
Δόξα. (Τριαδικόν).
Πάτερ σὺν τῷ Υἱῷ, καὶ Πνεύματι τῷ θείῳ, Μονὰς ἡ Τρισαγία, νῦν ἐκ πιστῶν προσδέχου, τὸν ὕμνον τὸν τρισάγιον.
Καὶ νῦν. Τῆς ἑορτῆς.
Τέρπου ὦ Βαπτιστά, θεόφρον Ἰωάννη, ἰδοὺ γὰρ ὁ Δεσπότης, ἐκ σοῦ τοῦ βαπτισθῆναι, ἐν Ἰορδάνῃ ἔρχεται.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Νικηφόρου Ὁσίου τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι, ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ’ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος, χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου.
ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ
Ἱστῶμεν στίχους στ΄, καὶ ψάλλομεν τὰ ἀκόλουθα: Ἦχος α΄. Πανεύφημοι Μάρτυρες.
Ὡς ἔαρ χειμῶνος ἐν καιρῷ, Νικηφόρου σήμερον, λεπροῦ ἡ μνήμη ἀνέτειλε· κρυμὸν σκεδάζουσα, τῶν παθῶν καὶ θάλψιν, ταῖς ψυχαῖς παρέχουσα, καὶ θείαν ἀληθῶς ἀγαλλίασιν, τῆς γῆς τὸ πρόσωπον, ὑπερκάλλως ὡραΐζουσα, λαμπηδόσι πολιτείας κρείττονος.
Τῆς λέπρας ἀθλήσας τῷ πυρί, Νικηφόρε πάντιμε, ὑπὲρ χρυσίου διέλαμψας· Χριστοῦ τὸ ἄῤῥητον, ὑπεμφαίνων κάλλος, καὶ Αὐτοῦ γενόμενος, λαμπὰς ἐπάνω ὅρους ἐκχέουσα, τὸ φῶς τὸ ἄδυτον, καὶ τῇ θείᾳ ἱλαρότητι, δαδουχοῦσα τῶν πιστῶν τὸ πλήρωμα.
Κρήτη ἀγάλλου σὸν υἱόν, Νικηφόρον βλέπουσα, λευχειμονοῦντα καὶ στέφανον· τῆς δόξης φέροντα, τῇ χωνείᾳ λέπρας, χαλκευθεὶς γὰρ ἔμεινε, ἀδάμαντος γεώδους στεῤῥότερος, καὶ νῦν τὸν ἄφθαρτον, διανέμει πλοῦτον ἅπασι, τοῖς τοὺς ἄθλους αὐτοῦ μακαρίζουσιν.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος.
Ὢ τοῦ ἐξαισίου θαύματος! Ἐν τῇ λεπρώσῃ σαρκί, Νικηφόρος ὁ πάντιμος, Ἀγγέλων ἐπέφθασε, καθαρότητα ἄμετρον· καθυπομείνας ἀλγῇ ἐπώδυνα· ἐν εὐφροσύνη νῦν ἐπαγάλλεται. Τούτου δεήσεσιν, ἱεραῖς Φιλάνθρωπε, τῆς χαρμονῆς, τῆς ἐπουρανίου σου, ἡμᾶς ἀξίωσον.
Χαίροις Νικηφόρε πάνσεπτε! Ὑπομονῆς ὁ κανών, καρτερίας ὑπόδειγμα, τελείας ἀσκήσεως, χαρακτὴρ θεοτύπωτος· τῆς ἐγκρατείας φίλος ἐράσμιος· ἀκτημοσύνης μέγας διδάσκαλος· ὕψος εἰς ἄῤῥητον, ἐν σαρκὶ αἰρόμενος, τοῦ οὐρανοῦ, εἶδες τὰ θαυμάσια, ὡς Παῦλος πρότερον.
Πύκτα εὐσεβείας ἄριστε, τοῦ πολυάθλου Ἰώβ, μιμητὰ προθυμότατε, Λαζάρου τοῦ πένητος, ἐν πληγαῖς ἰσοστάσιε· ἐν τῇ καμίνῳ λέπρας ὡς πρότερον· παῖδες οἱ θεῖοι ἐστης ἀνάλωτος· Χαίρων τε ἔμελπες, Νικηφόρε ὄνομα, τὸ τοῦ Θεοῦ, ὃν ὑπὲρ τῶν φίλων σοῦ, ἀεὶ δυσώπησον.
Δόξα. Ἦχος πλ. β΄.
Τῆς εὐσεβείας τὸν ἐραστήν, τὸν τῆς καλῆς ἀθλήσεως πύκτην, ὑπομονῆς τὸ κεφάλαιον, Νικηφόρον τὸν σεβάσμιον, δεῦτε συμφώνως τιμήσωμεν. Οὗτος γὰρ διελθών, διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, τῆς πανωδύνου λέπρας, ἐξῆλθεν εἰς ἀναψυχὴν εὐφρόσυνον. Καὶ τῇ χωνείᾳ τῶν θλίψεων χαλκευθείς, ὑπὲρ χρυσίου διαλάμπει, πάντων ταῖς ψυχαῖς παρέχων, χαρμονὴν τὴν σωτήριον.
Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον.
Δεῦτε σήμερον πιστοί, ὡς δοῦλοι τοῦ πάντων Θεοῦ καὶ Βασιλέως, φαιδρῶς προεορτάσωμεν, γηθόμενοι τῷ πνεύματι. Καὶ τῆς καρδίας τὰ ὄμματα, πρὸς Ἰορδάνην ποταμὸν εὐσεβῶς ἄρωμεν, ὅπως ἴδωμεν τόν Ἰωάννην, ὡς δοῦλον ὑπηκόως πορευόμενον τοῦ βαπτίσαι τῇ χειρί, τὸν μόνον ἀναμάρτητον. Τούτῳ βοῶντες εἴπωμεν· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύειν ὑπὲρ πάντων Βαπτιστά, ὅπως τῷ Κυρίῳ εὐπειθῶς δουλεύοντες, μισθὸν κομισώμεθα παρ’ Αὐτοῦ, τὴν ἀνεκλάλητον χαράν, εἰς τὸν νυμφῶνα τὸν οὐράνιον.
Εἴσοδος. Φῶς ἱλαρόν, τὸ Προκείμενον τῆς ἡμέρας, καὶ τὰ Ἀναγνώσματα.
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 4, 7-15)
Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται· γῆρας γὰρ τίμιον, οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δὲ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως, βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος Θεῷ γενόμενος, ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν, μετετέθη. Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ, ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ῥεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. (Κεφ. 3, 1-9)
Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι. Καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ' ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δὲ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης. Καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτούς, καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ. Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτούς, καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. Καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι, καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται. Κρινοῦσιν ἔθνη, καὶ κρατήσουσι λαῶν καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τούς αἰῶνας, οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτόν, συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.
Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. (ε´ 15-23, στ´ 1-3).
Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ. Διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας, καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου· ὅτι τῇ δεξιᾷ αὑτοῦ σκεπάσει αὐτούς, καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον αὐτοῦ καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καὶ περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον, ὁσιότητα· ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ῥομφαίαν. Συνεκπολεμήσει αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας· πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν, καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου, τῶν νεφῶν, ἐπὶ σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης· ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. Ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως, καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς, καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὖν, Βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε Δικασταὶ περάτων γῆς· ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους, καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· ὅτι ἐδόθη παρὰ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν, καὶ ἡ δυναστεία παρὰ Ὑψίστου.
Εἰς τὴν Λιτήν, Ἰδιόμελα. Ἦχος α΄.
Τοῦ Χριστοῦ τὸν ἀγαθὸν καὶ πιστότατον δοῦλον, Νικηφόρον τὸν μακάριον, δεῦτε πάντες ἐν ᾠδαῖς μακαρίσωμεν. Τὸ γὰρ τάλαντον αὐτοῦ, φιλοπόνως ἐργασάμενος, ἐν καρτερία ἀρίστῃ, καὶ θαυμαστῇ ὑπομονῇ, εἰς ἑκατὸν ἐπηύξησεν. Ὅθεν καὶ εἰσελθών, εἰς νυμφῶνα τῆς δόξης, πρεσβεύει σὺν δικαίοις πᾶσι, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν
Ἦχος β΄.
Ἀστέρα τὸν πάμφωτον, τὸν ἐκ Κρήτης ἄρτι ἀνατείλαντα, καὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν, φωτὶ αὐτοῦ καινοπρεπεστάτῳ αὐγάσαντα, δεῦτε φωτωνύμοις ᾠδαῖς μεγαλύνωμεν. Νικηφόρον τὸν θεόφρονα, χαίροις αὐτῷ λέγοντες, υἱὲ ἡμέρας ἀγλαόφωτε, ὁ τὴν κλῆσίν σου δικαιώσας ταῖς πράξεσιν, ὡς νικήσας τῆς σαρκὸς τὸ φρόνημα, καὶ στεφθεὶς τῷ τῆς δόξης διαδήματι. Δόξαν δὸς καὶ ἡμᾶς εὑρεῖν, τὴν εἰς τοὺς αἰῶνας διαμένουσαν.
Ἦχος γ΄.
Σχῆμα τὸ ἰσάγγελον, τῶν Μοναζόντων ἐτίμησας καλῶς, Νικηφόρε θεοτίμητε τῶν Ἀγγέλων Ἰσοστάσιε. Ἀγρυπνίαις γὰρ πολλαῖς, νηστείαις καὶ προσευχαῖς, τὴν λεπρῶσαν σάρκα σου νεκρώσας, εἰς οὐρανοὺς ἦρας εὐπειθῶς, τῆς σῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα· ἔνθα σώματι ἀρθείς, Θεὸν ἐνοπτρίσω καὶ τὰ ἐκεῖ κάλλη ἐθεάσω τὰ ἀθέατα. Πρέσβευε σὺν Ἀγγέλοις ἐκτενῶς, τῶν χαμαιζήλων παθῶν ἡμᾶς χωρισθῆναι, ἵνα Θεῷ ἀρέσαι ἀξιωθῶμεν, τῷ βραβεύοντι τοῖς φίλοις Αὐτοῦ, εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Ἦχος δ΄.
Τὸν θησαυρὸν τὸν μὴ φθειρόμενον, εὗρες ἐν οὐρανοῖς Νικηφόρε πανόλβιε· καὶ γὰρ ἠγάπας τὴν πτωχείαν, ὑπὲρ χρυσίον καὶ ἀργύριον, ἀκτημοσύνην ἠρετίσω καὶ ὑπακοὴν ὡσαύτως, ὑπὲρ πᾶσαν πολυτέλειαν. Τύπος δὲ ἐγένου πραότητος, τῆς εἰρήνης ἐραστής, ἀοργησίας φίλος καὶ διδάσκαλος καὶ πάσης ταπεινώσεως ἐργάτης δόκιμος. Ταύτας καὶ ἡμᾶς ἐργάζεσθαι ἀξίωσον, ἐν καθαρῷ συνειδότι, ἵνα πλουσίας χάριτος τὰς δωρεᾶς, παρὰ Θεοῦ κομισώμεθα.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄.
Ἡ μεγαλονῆσος Κρήτη, οἷα μήτηρ σου ἱερά, καυχᾶται τῇ σεπτῇ σου ἑορτῇ, Νικηφόρε μεγαλώνυμε. Χῖος δὲ μέγα σεμνύνεται, ὅτι ἐν ταύτῃ ἐγκαρτερήσας, ἆθλα μεγάλα ἐπέγραψας τῆς ὑπομονῆς, καὶ τὰς ἀριστείας κατώρθωσας τὰς λαμπράς. Θεὸν ἐδόξασας τὸν θαυμαστὸν ἐν Ἁγίοις, τὸν σὲ ἀντιδοξάσαντα ἐν θαύμασι πολλοῖς, καὶ δείξαντα σὲ τοῦ Πνεύματος δοχεῖον, καὶ τῶν λειψάνων σου τὴν θήκην κρήνην οὐρανίου εὐωδίας τοῖς πιστοῖς πολύῤῥυτον. Αὐτὴν προσκυνοῦντες εὐλαβῶς, χάριν κομιζόμεθα ζωῆς, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον.
Αἱ τῶν Ἀσωμάτων Ἀγγέλων τάξεις, δοξολογίαις ἱεραῖς αἰνοῦσι, τὸ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, μέγα καὶ φρικτὸν ἐπὶ τῆς γῆς μυστήριον. Ὁ γὰρ τούτου Πρόδρομος Ἰωάννης, ὁ τῆς ἐρήμου θεοπρόβλητος κῆρυξ, καὶ τῆς οἰκουμένης λύχνος φωτεινός, ὁ τοῖς Ἀγγέλοις τῇ πολιτεία ἰσότιμος, μέλλει τῇ πηλίνῃ αὐτοῦ χειρί, βαπτίσαι ἐν ποταμῷ τὸ πῦρ τῆς Θεότητος. Ὅθεν τῶν ναμάτων τῆς δροσοβόλου χάριτος, ὡς κοινωνοῦντες οἱ πιστοί, βοήσωμεν σὺν Ἀγγέλοις, καθαρωτάτοις χείλεσι ψυχῆς, ὕμνον τὸν τρισάγιον, εἰς τοὺς αἰῶνας σὺν αὐτοῖς ἀγαλλιώμενοι.
ΕΙΣ ΤΑ ΑΠΟΣΤΙΧΑ. Ἦχος πλ. α΄. Χαίροις ἀσκητικῶν.
Χαίροις ὁ ὑπηρέτης Χριστοῦ, Σιὼν τῆς θείας μαργαρίτης πολύτιμος, ὁ τύπος τῆς ἐγκρατείας, ἀδιαλείπτου εὐχῆς, θησαυρὸς ὁ μέγας, καὶ διδάσκαλος· χαρίτων ὁ πλήρης, τῆς διοράσεως ἔσοπτρον, ἀκτημοσύνης, τῆς τελείας ὑπόδειγμα, ταπεινώσεως, τῆς βαθείας ἀνάβασις· λόγοις παρηγορίας σου, ὁ στέργων τοὺς κάμνοντας, τοῦ Παρακλήτου ὁ νέμων, τὴν εὐωδίαν τὴν ἄῤῥητον, σεπτὲ Νικηφόρε, τῶν λεπρῶν ἡ εὐκοσμία, καὶ σέλας ἄδυτον.
Στίχος: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Λέπραν τῆς σῆς σαρκὸς ὡς Ἰώβ, γενναιοφρόνως Νικηφόρε ἐβάστασας, καρδίᾳ καθαρωτάτῃ, εὐχαριστῶν τῷ Θεῷ, καὶ ὁδεύων τρῖβον, τὴν σωτήριον· Ἀγγέλων τὸ σχῆμα, ὁ νουνεχῶς ἐνδυσάμενος, καθυπακούσας, τοῦ Ἀνθίμου διδάγμασι, καὶ ἀσκήσεως, θεῖος στῦλος γενόμενος· πύκτης ὁ ἐμπειρότατος, τῆς ἄνω ἀθλήσεως, τῆς καρτερίας ὁ ἄκμων, ὑπομονῆς τὸ ἐκσφράγισμα, ἀστὴρ ὁ ἐκφαίνων, τοῖς ἐν σκότει καθημένοις, Θεοῦ λαμπρότητα.
Στίχος: Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.
Κρήτη περιχαρῶς νῦν σκιρτᾷ, ὡς λαμπροφόρον σὲ υἱὸν ἀναδείξασα, καὶ νέαθλον στεφανίτην, ὦ Νικηφόρε λεπρέ, τῆς χιόνος πλέον, καθαρώτερε· ἡ πόλις συνάμα, τοῦ Ἀλεξάνδρου σεμνύνεται, καὶ νῆσος Χῖος, εὐκλεῶς ἐπαγάλλεται, ἥν ηὐλόγησας, τοῖς τιμίοις ἱδρῶσί σου. Ἄστυ τῶν Ἀθηναίων δέ, κλεινὸν συνευφραίνεται, ἐν ᾧ τῆς πίστεως δρόμον, ἐν καρτερία τετέλεκας, Ἐδὲμ δὲ συγχαίρει, ἧς ἐν κόλποις σου τὸ πνεῦμα, ἀεὶ αὐλίζεται.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄.
Τὴν οὐρανομήκη κλίμακα, τῶν θείων ἀρετῶν ἀναβέβηκας, Νικηφόρε οὐρανόφρον, χειραγωγούμενος καλῶς, ταῖς θεοσοφοῖς νουθεσίαις, τοῦ μεγάλου διδασκάλου σου Ἀνθίμου. Ὃς ἐν ἄθλοις ὁσιότητος, τὴν νῆσον Χῖον ἐν ὑστέροις χρόνοις ἡγίασεν, καὶ θαυμασίοις ἱεροίς, τὴν Ἐκκλησίαν πᾶσαν ἑξαισίως κατελάμπρυνεν. Σὺν τούτῳ Θεὸν ἱκέτευε, τοῦ ἀξιώσαι καὶ ἡμᾶς τῆς θείας λαμπρότητος, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Αὐτοῦ, ὡς Πατὴρ ἀπειροεύσπλαγχνος.
Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον.
Ἡ περιλάλητος χορός, τῶν προφητῶν ἁπάντων, δεῦρο ἐν μεγαλωσύνῃ πάσῃ, τῆς ἐνθέου χαρᾶς βλέψον τὴν τελείωσιν. Ἡ γὰρ ὑπέρτιμος σφραγίς σου, τῆς διαθήκης τὸ πλήρωμα, Ἰωάννης τῶν γηγενῶν ὁ πλέον μείζων, ἐν ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἔρχεται, τήν του Πατρὸς βουλὴν διακονῆσαι, Υἱὸν τὸν σαρκωθέντα βαπτίσαι, Πνεύματος δὲ ἰδεῖν τὴν παρουσίαν. Τῇ Τριάδι οὖν πρέσβευε ἐκτενῶς, τοῦ φωτίσαι καὶ ἡμῶν, τὸ τῆς ψυχῆς τριμερὲς ἐν χάριτι, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γενόμενοι, Θεὸν δοξολογῶμεν τὸν μόνον ἀθάνατον.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ. Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Νικηφόρου Ὁσίου τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι, ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ’ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος, χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Μετὰ τὴν α΄ Στιχολογίαν, Κάθισμα. Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Σκιρτάτω εὐσεβῶν, ἡ ὁμήγυρις πᾶσα, ἐν χείλεσιν ἁγνοῖς, περιέπουσα ὕμνοις, λεπρῶν τὸ ἐγκαλλώπισμα, Νικηφόρον τὸν πάνσεπτον· ὃς ἐβάδισεν, ὁδὸν τῶν θλίψεων χαίρων· καὶ ὑπέδειξε, τῆς ταπεινώσεως πᾶσι, τὸ μέτρον τὸ ἄριστον.
Δόξα. Ὅμοιον.
Τῆς Κρήτης ἡ λαμπρά, μεγαλονῆσος δεῦρο, εὐφραίνου τὸν λεπρόν, Νικηφόρον ὁρῶσα, στολὴν τὴν ἀπαστράπτουσαν, τῆς ψυχῆς περικείμενον· καὶ τὸ ἄφθαρτον, τῆς δόξης στέφος φοροῦντα· σὺν Ἀγγέλοις δέ, ἐν τῷ Φωτὶ κατοικοῦντα, εἰς θεῖα σκηνώματα.
Καὶ νῦν. Ὅμοιον. Προεόρτιον.
Ἀγάλλου ποταμέ, Ἰορδάνη καὶ σκίρτα, ἰδοὺ γὰρ ἐπὶ σέ, ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων, σαρκὶ νῦν παραγίνεται, ἐκ χειρὸς ἥν διέπλασεν· ἀναδέξασθαι, τὸν Βαπτισμὸν ἑκουσίως· ἵνα ῥύσηται, ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ δολίου, τὸ γένος τὸ βρότειον.
Μετὰ τὴν β΄ Στιχολογίαν. Κάθισμα. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῖς ἐνθέοις σοῦ ἄθλοις σεπτῶς ἐκόσμησας, τὴν νῆσον Χῖον παμμάκαρ ἐγκαρτερήσας λεπρῶν, τῇ ἐγκλείστρᾳ τοῦ Χριστοῦ τὸ θεῖον ὄνομα· στέργων ἐξ ὅλης σου ψυχῆς, διδαχθεὶς τὰ ὑπὲρ νοῦν, Ἀνθίμου ὑψηγορίαις, καὶ γενόμενος Νικηφόρε, ἐν τῇ ἀσκήσει μέγας λύχνος Χριστοῦ.
Δόξα. Ὅμοιον.
Τοῦ Ἰὼβ ἐμιμήσω τὸ καρτερόψυχον, ἐν καταιγίσι τοῦ βίου καὶ πολυτρόποις δεινοῖς, Νικηφόρε ἐκ παιδὸς γὰρ καθυπέμεινας· πόνους λεπρώσῃ σου σαρκί, τῶν ὀμμάτων σκοτασμόν, καὶ πάρεσιν τῶν μελῶν σου, νῦν δὲ χορεύεις σὺν Ἀγγέλοις, περὶ τὸν Θρόνον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ.
Καὶ νῦν. Ὅμοιον. Προεόρτιον.
Ἰορδάνου τὰ ῥεῖθρα προευπρεπίσθητε, καὶ γὰρ ὑμῖν προσεγγίζει ὁ Βασιλεὺς τοῦ παντός, ἀπολαύσασθαι σαρκί, ἵνα ἐνδύσηται δόξης χιτῶνα τοὺς βροτούς, καὶ οἰκείους τῷ Πατρί, καὶ φίλους αὐτοῦ ποιήσῃ, κληρονόμους τε Βασιλείας, καὶ δαιτυμόνας τῆς Τραπέζης αὐτοῦ.
Μετὰ τὸν πολυέλεον. Κάθισμα. Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Καρτερίας ἀθλητά, στεῤῥῶν ἀγώνων ἀριστεῦ, ὁ ἐν λέπρας τῇ φλογί, ὥσπερ οἱ Παῖδες πειρασθείς, καὶ τῇ ψυχῇ σου ἀνάλωτος διαμείνας, ταύτην δὲ φωτὸς ἐργασάμενος, πλέον καθαρὰν ἀπαστράπτουσαν· Τριαδικὴς Θεότητος τὴν αἴγλην, ὦ Νικηφόρε σεβάσμιε· Θεὸν δυσώπει, πάντας κηλίδων, ψυχικῶν ἀποπλύναι.
Δόξα. Ὅμοιον.
Ἀγρυπνίας ἐραστήν, τῆς θεωρίας στοχαστήν, τὸν ἐργάτην τὸν πιστόν, ἀδιαλείπτου προσευχῆς, ἀκτημοσύνης ἀκίβδηλον χαρακτῆρα, πύκτην ἱκανόν, τῆς ἀσκήσεως, δείκτην ἀπλανῆ ταπεινώσεως· ὑπακοῆς κειμήλιον τὸ ἔμπνουν, τὸν Νικηφόρον τιμήσωμεν· τῆς δόξης πλούτῳ, ὃν ὁ Δεσπότης, ἐπαξίως κατέστεψεν.
Καὶ νῦν. Ὅμοιον. (Προεόρτιον).
Ἀσωμάτων λειτουργῶν, οἱ ἐπουράνιοι χοροί, νῦν ἐξίστανται Θεόν, καὶ Βασιλέα τοῦ παντός, ἐν Ἰορδάνη ἐγγίζοντα καθορῶσαι, Κήρυκα Αὐτοῦ δὲ προάγγελον, Θεῖον Βαπτιστὴν πορευόμενον· τὸ φοβερὸν Μυστήριον τελέσαι, καὶ καταδεῖξαι τοῖς ἔθνεσι· Θεοῦ τὴν ἄκραν φιλανθρωπίαν, τοῦ σαρκὶ κενωθέντος.
Τὸ α΄ Ἀντίφωνον τοῦ δ΄ ἤχου.
Προκείμενον: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Στ.: Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ, περὶ πάντων ὢν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;
Πᾶσα πνοή. Εὐαγγέλιον Ὁσιακόν.
Μετὰ τὸν Ν᾿ Ψαλμόν.
Δόξα: Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις Ἐλεῆμον...
Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον...
Ἰδιόμελον. Ἦχος πλ. β´. Στίχος: Ἐλεῆμον, Ἐλέησόν με ὁ Θεός...
Χριστοῦ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ἡγιασμένον λύχνον, τὸν ἐπάνω ὄρους κείμενον, καὶ φέγγει τῶν ἀρετῶν, πᾶσι τοῖς πέρασιν ἀπαστράπτοντα, Νικηφόρον τὸν λεπρὸν ἐγκωμιάσωμεν. Ἐν ἐλαίῳ γὰρ ὑπομονῆς, τῆς ψυχῆς τὴν λαμπάδα ἐνέπλησε, καὶ ἑτοῖμος γενόμενος, εἰσῆλθε σὺν φρονίμοις παρθένοις, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου, Αὐτοῦ δοξολογῶν τὸ πανάγιον ὄνομα.
Οἱ Κανόνες: Τοῦ Μηναίου ὁ Προεόρτιος.
Τοῦ Ὁσίου. Ὁμόηχος, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: «Νικηφόρον λεπρὸν ἐγκωμιάζω. Ἰσιδώρας»
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. β΄. Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας.
Νικητικαῖς ἀγλαΐαις καταστεφθείς, Νικηφόρε πάνσεπτε, τὴν λεπρῶσαν μου ψυχήν, καθαραῖς σοῦ λάμπρυνον εὐχαῖς, τοῦ ἐξαίρειν τὰ πολλὰ σοῦ προτερήματα.
Ἰαματόβρυτον χάριν παρὰ Θεοῦ, δαψιλῶς ἐπλούτησας, Νικηφόρε ἱερέ, ὡς βαστάσας λέπρας ἀλγεινῆς, πολυχρόνιον αὐχμὸν ἀειμακάριστε.
Κεκοσμημένος τῷ κάλλει τῶν ἀρετῶν, καὶ χρυσοῦ λαμπρότερον, ἀπαστράπτων τοῖς ἐν γῇ, φωτεινῶν ἀκτίνων σου αὐγαῖς, Νικηφόρε τὴν καρδίαν μου ἱλάρυνον.
Θεοτοκίον.
Ἡ τοῦ Ὑψίστου ἀρχαία Κόρη βουλή, ἐν σοι πέρας εἴληφε, Μαριὰμ παναληθῶς, ὡς τεκοῦσα ἄναρχον Θεόν, ἐπανάγοντα βροτοὺς εἰς τὸν παράδεισον.
ᾨδὴ γ΄. Οὐκ ἔστιν Ἅγιος ὡς σύ.
Φωνὴν ἐβόας τῷ Θεῷ, ὡς Ἰὼβ Νικηφόρε, τὴν Αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν, ἐκ βαθέων εὐλογῶν, ὅτι ἐν λέπρας πυρί, τὴν ψυχήν σου θείως ἀπεκάθηρεν.
Ὁδὸν διέδραμες μακράν, Κρήτης ἐκ νήσου μάκαρ, Ἀλεξάνδρου εἰς πόλιν, ἀφικόμενος σπουδῇ, καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ζῆν, Νικηφόρε τέχνη ποριζόμενος.
Ῥαβδίον φίλτρου θεϊκοῦ, ἔχων ὡς βακτηρίαν, ὀρφανίας διέβης, στενωτάτην ἀτραπόν, τῷ Οὐρανίῳ Πατρί, σὴν ἐλπίδα Νικηφόρε θέμενος.
Θεοτοκίον.
Οὐδόλως ἔφθειρε τὴν σήν, μήτραν Θεὸς Παρθένε, ἐνοικήσας ἐν ταύτῃ, καὶ ἀφράστως σαρκωθείς, ὅπως θανάτου φθορᾶς, ἀπαλλάξῃ γένος τὸ ἀνθρώπινον.
Κάθισμα. Ἦχος πλ. δ΄. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς πτώχειας τὸν πλοῦτον ἐνστερνισθείς, εὐθυπόρως διέβης τρῖβον στενήν, τῆς θείας τελειώσεως, Νικηφόρε μακάριε· ἐν γὰρ ὁσίοις τρόποις, καλῶς ἐνδιέπρεψας· καὶ Μοναστῶν ἐκόσμησας, τὰ θεία συστήματα· πόνους ὑπομείνας, ἀλγεινῆς ἀσθενείας, τὴν λέπραν τοῦ σώματος, ὀφθαλμῶν τε τὴν ἄμβλυνσιν, καὶ μελῶν σου παραλύσιν. Κύριον δοξάζων ἀεί, τὸν σὲ πλουτήσαντα θείοις χαρίσμασιν· καὶ σὲ δείξαντα σκεῦος, εὐωδίας τοῦ Πνεύματος.
Δόξα. Ὅμοιον.
Τοῦ Ἀνθίμου ὑπείκων ταῖς διδαχαῖς, τοῦ ἐν Χίῳ διέλαμψας εὐπρεπῶς, νηστείαις καὶ δεήσεσι, προσευχαῖς ἀγρυπνίαις τε· καὶ ἀνεδείχθης κόσμῳ, ὡς στῦλος ὑπέρφωτος· ὡς Μωϋσῆς τὸ πρότερον, δεικνύνων τοῖς πέρασιν· Πόλιν τὴν ἁγίαν, προσευχῆς ἀενάου, διδάσκων ἐν λόγοις σου, Νικηφόρε καὶ πράξεσι, ἀγαθῶν τὴν ἀκρότητα· ὕψη εἰς τὰ θεῖα ἀρθείς, ὡς ὁ οὐράνιος Παῦλος ἐν σώματι· μεθ’ οὗ πρέσβευε Πάτερ, τοῦ σωθῆναι τοὺς δούλους σου.
Καὶ νῦν. προεόρτιον.
Ἰορδάνου νῦν πᾶσαι αἱ προχοαί, εὐφροσύνως σκιρτήσατε ἐν χαρᾷ, ἰδοὺ γὰρ νῦν πορεύεται, πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεάνθρωπος· τοῦ βαπτισθῆναι θέλων, χερσὶν οἷς διέπλασε· καὶ ἐμπιπλᾷν τὰ σύμπαντα, αὐτοῦ τῆς χρηστότητος· πᾶσα δὲ συμφώνως, τῶν ὑδάτων ἡ φύσις, ἀγάλλου καὶ χόρευε, τῶν ναμάτων μετέχουσα, τῆς Αὐτοῦ καθαρότητος. Ὕψωσον Χριστῷ δὲ φωνήν, καὶ τὴν ἀμέτρητον χάριν μεγάλυνον· τοῦ ποιήσαντος πάντα, εἰς τὸ σώσαι τὸν ἄνθρωπον.
ᾨδὴ δ΄. Χριστός μου δύναμις.
Νηστείαις ἤνυσας, ζωῆς τὸ στάδιον· ἀγρυπνίαις παννύχοις καὶ προσευχαῖς, ἄγγελος ἐπίγειος, μετὰ σαρκὸς πολιτευθείς, Νικηφόρε ἀξιάγαστε.
Ἰατρείαν ἔνειμας, Θεῷ ἐν πνεύματι· ταπεινώσεως μάκαρ καὶ συντριβῆς, χαίρων ὅθεν εἴληφας, ὦ Νικηφόρε παρ’ Αὐτοῦ, τὴν ἀκήρατον ἀπόλαυσιν.
Ἐν Χίῳ ἔζησας, λεπρῶν οἰκήματι καὶ Μοναστῶν ἐνεδύσω σχῆμα σεπτόν, ὅπερ κατετίμησας, ἐν τῇ ἀσκήσει σου καλῶς, Νικηφόρε πανσεβάσμιε.
Θεοτοκίον.
Πατρὸς βουλήματι, Υἱὸν γεγένηκας· Παναγία Παρθένε δίχα σπορᾶς, Πνεῦμα γὰρ τὸ Ἅγιον, ἐν τῇ γαστρί σου κατελθόν, Θεοτόκον σὲ εἰργάσατο.
ᾨδὴ ε΄. Τῷ θείῳ φέγγει σου.
Ῥημάτων θείου μυσταγωγοῦ, ἤκουες Ἀνθίμου τοῦ σοφοῦ, τρῖβον διδάσκοντος βαίνειν σε, εἰς εὐθεῖαν τρόποις χρηστοῖς, ἀρέσκειν Θεῷ, ὃν πόθῳ Νικηφόρε, κατεμεγάλυνας.
Ὀμμάτων πήρωσιν τῶν φθαρτῶν, ἔφερες δοξάζων τὸν Θεόν, φῶς καθορῶν τε Θαβώριον, Νικηφόρε λύχνε Χριστοῦ, ὁ φαίνων ἐν γῇ, τὸ φῶς Εὐαγγελίου, τὸ ἱλαρώτατον.
Νεώσας ἄρουραν σῆς ψυχῆς, πίστεως ἀρότρῳ ἱερῷ, στάχυν ἀπέδωκας πλούσιον, τὰς καρδίας πάντων πιστῶν, στηρίζοντα νῦν, τῶν πόθῳ Νικηφόρε, ὑμνολογούντων σε.
Θεοτοκίον.
Εἰρήνης τέξασα τὴν πηγήν, Δέσποινα Παρθένε Μαριάμ, πάντα τὰ ἔθνη κατήλλαξας, τῷ Δεσπότῃ πάντων Θεῷ καὶ Τούτου βουλή, τὰ πρῴην διεστῶτα, εἰς ἕν συνήγαγες.
ᾨδὴ στ΄. Τοῦ βίου τὴν θάλασσαν.
Γαλήνης ἐπέγνωκας, Νικηφόρε τὴν πηγήν, καὶ ὡς διψῶσα ἔλαφος, ἀδιστάκτως προσέδραμες τοῦ πιεῖν, τὸ νᾶμα· τὴν δίψαν σου τῆς ψυχῆς, καταπαῦον ἀληθέστατα.
Κοσμήσας τοῖς τρόποις σου, τὴν χορείαν τῶν λεπρῶν, ἐν ἀρεταῖς διέπρεψας, Νικηφόρε τοῖς πέρασι τηλαυγῶς, ἐκλάμπων· καὶ πρόσωπον τὸ τῆς γῆς, πανιέρως καθωράϊσας.
Ὡράθης μετάρσιος, ἐν δεήσεως καιρῷ, σῷ μαθητῇ θεόληπτε, Εὐμενίῳ ἐγγίσαντί σοι νυκτός, ἐν ὥρᾳ· καὶ ἔβλεψας, οὐρανοῦ Νικηφόρε τὰ θαυμάσια.
Θεοτοκίον.
Μαρία Θεόνυμφε, παρθενίας καθαρόν, καὶ εὐαγὲς ἀνάκτορον, τὴν ψυχήν μου καθεύδουσαν τῶν παθῶν, τῷ σκότει· ἀνάστησον, σαῖς λιταῖς πρὸς Θεὸν Ὃν ἐσωμάτωσας.
Κοντάκιον. Ἦχοςπλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὡς καρτερίας ἀθλητὴν τὸν γενναιότατον, ὑπομονῆς τε τὸν ἀλύγιστον ἀδάμαντα, τὸν ἐν θλίψει ἀσθενείας δοκιμασθέντα· καὶ ὡσαύτως τὸν Θεὸν δοξολογήσαντα, Νικηφόρον τὸν λεπρὸν ἐγκωμιάσωμεν· τούτῳ λέγοντες· Χαίροις νίκης φερώνυμε.
Οἶκος.
Ἄκαμπτος ἐν ἀσκήσει, Νικηφόρος ἐδείχθης, τῆς λέπρας ὑπομείνας τὰ ἄλγη. Καὶ τῷ Θεῷ ἐντεῦθεν ὁλοτρόπως ἀνακείμενος, εὐχαριστίας Τούτῳ αἴνεσιν προσέφερες, ἐκ καθαρᾶς καρδίας σου θεοφόρε. Διὸ καὶ νῦν ἡμεῖς, τῆς εὐσεβείας πόθῳ ἐμφορούμενοι, βοῶμέν σοι διαφερόντως ταῦτα·
Χαίροις τὸ σθένος τῆς ἐγκρατείας·
χαίροις ὁ ἄτλας τῆς καρτερίας.
Χαίροις τῆς σαρκὸς τὰ ἄλγη ὁ βαστάσας ἐν ἀνδρείᾳ·
χαίροις πνεύματος τὰ κάλλη ὁ γνωρίσας ἐν σοφίᾳ.
Χαίροις τῶν ὁσίων τύπος, μοναστῶν ὑπογραμμός·
χαίροις τῶν πιστῶν ἐν θείαις ἀρεταῖς χειραγωγός.
Χαίροις τοῦ φωτὸς ὁ στῦλος ὁ τὴν κτίσιν ἐκλαμπρύνων·
χαίροις Ἐκκλησίας λύχνος τὰς ψυχὰς ὁ ἱλαρύνων.
Χαίροις τὸ τῆς Κρήτης κλέος καὶ υἱὸς πανευπρεπής·
χαίροις ἡ τῆς Χίου δόξα, τοῦ Ἀνθίμου μαθητής.
Χαίροις ὁ διὰ τῆς λέπρας καθαρθεὶς ὑπὲρ χρυσίον·
χαίροις πίστιν ὁ τηρήσας πρὸς Χριστὸν τὸν σὸν νυμφίον.
Χαίροις νίκης φερώνυμε.
Συναξάριον.
Τῇ δ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ σύναξις τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων.
Στίχοι:
Τοὺς ἑβδομήκοντα σοφοὺς Ἀποστόλους,
Καὶ συνάμα τοὺς πάντας τιμᾶσθαι θέμις. 
Οὗτοι ἦτον: Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, πρώτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων· Συμεὼν ὁ ἀδελφόθεος, δεύτερος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων· Ματθίας, ὁ ἀντὶ τοῦ τοῦ προδότου συγκαταριθμηθεὶς τοῖς ἀποστόλοις· Ἰἀκωβος ἀλφαίου· Ἰούδας ὁ ἀδελφόθεος· Βαρνάβας, ὁ οἰκειοχείρως γράψας τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, καὶ ἐν Κύπρῳ τελειωθείς· Φίλιππος, ὁ ἐκ Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης, ὁ βαπτίσας τὸν Αἰθίοπα· Ἀνανίας, ὁ γενόμενος ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ, ὁ καὶ τὸν Παῦλον βαπτίσας· Ἰωσήφ· Στέφανος ὁ πρωτομάρτυς· Πρόχορος, ὁ ἐπίσκοπος Νικομηδείας· Νικάνωρ· Σίμων, ἐπίσκοπος Βόστρων· Παρμενᾶς· Τίμων, ἐπίσκοπος Βόστρων· Ἐπαινετός, ἐπίσκοπος Καρθαγένης· Λουκᾶς, ἐπίσκοπος Λαοδικείας· Ἀρίσταρχος, ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς ἐν Συρίᾳ· Μᾶρκος, ἐπίσκοπος ἐν Βιθλοπόλει· Ζήνων ἐπίσκοπος ἐν Διοσπόλει· Ἀριστόβουλος, ἐπίσκοπος Βρετανίας· Νάρκισσος, ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν· Ἡρωδίων, ἐπίσκοπος Ταρσοῦ· Ἄγαβος, προφήτης· Ῥοῦφος, ἐπίσκοπος Θηβῶν· Ἀσύγκριτος, ἐπίσκοπος Ὑρκανίας· Φλέγων, ἐπίσκοπος Μαραθῶνας· Ἑρμῆς, ἐπίσκοπος Δαλματίας· Πατροβᾶς, ἐπίσκοπος Ποτιόλου· Ἑρμᾶς, ἐπίσκοπος Φιλιππουπόλεως· Αἶνος, ἐπίσκοπος Ῥώμης· Γάϊος, ἐπίσκοπος Ἐφέσου· Φιλόλογος, ἐπίσκοπος Σινουπόλεως· Ὀλυμπᾶς· Ἡρωδίων· Ἀρίσταρχος· Πούδης· Τρόφιμος· Λούκιος, ἐπίσκοπος Λαοδικείας τῆς Συρίας· Ἰάσων, ἐπίσκοπος Ταρσοῦ· Σίλας, ἐπίσκοπος Κορίνθου· Σιλουανός, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης· Κρίσκης, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος· Ἀμπλίας, ἐπίσκοπος Ὀδησσοῦ· Οὐρβανός, ἐπίσκοπος Μακεδονίας· Βαρσαβᾶς, ἐπίσκοπος Ἡρακλείας· Στάχυς, ἐπίσκοπος Βυζαντίου· Σωσίπατρος, ἐπίσκοπος Ἰκονίου· Ἔραστος, ἐπίσκοπος Πανεάδος· Κουάρτος, ἐπίσκοπος Βηρυττοῦ· Τερέντιος, ἐπίσκοπος Ἰκονίου· Ἀπολλῶ, ἐπίσκοπος Καισαρείας· Σωσθένης, ἐπίσκοπος Κολοφωνίας· Ἐπαφρόδιτος, ἐπίσκοπος Ἀνδριακῆς· Καῖσας, ἐπίσκοπος Δυῤῥαχίου· Τυχικός, ἐπίσκοπος Κολοφωνίας· Μᾶρκος, ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος· Ἰοῦστος, ἐπίσκοπος Ἐλευθερουπόλεως· Ἀρτέμων, ἐπίσκοπος Λύστρας· Κλήμης, ἐπίσκοπος Σαρδανείας· Ὀνησιφόρος, ἐπίσκοπος Κορώνης· Τυχικός, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος· Κάρπος, ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας τῆς Θρᾴκης· Εὔοδος, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας· Ζηνᾶς, ἐπίσκοπος Διοσπόλεως· Φιλήμων, ἐπίσκοπος Γάζης· Φουρτουνᾶτος· Ἀχαϊκός· Στεφανᾶς.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ὅσιος Θεόκτιστος, ὁ ἡγούμενος τοῦ ἐν τῷ Κουκούμῳ τῆς Σικελίας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Στίχοι:
Ἐν γῇ χλοαυγεῖ τῆς Ἐδὲμ Θεοκτίστῳ,
Μοῖραν δίδως ἄκτιστε τοῦ Θεοῦ Λόγε.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζωσίμου μοναχοῦ, καὶ Ἀθανασίου Κομενταρησίου.
Στίχοι:
Ἀθανάσιος συνθανὼν τῷ Ζωσίμῳ,
ἔνδον πέτρας ἥδιστα καὶ συζῇν ἔχει.
Οὗτος ὁ Ἅγιος Ζώσιμος, ἦτο ἀπὸ τὴν Κιλικίαν, ἐκατοίκει δὲ εἰς τὴν ἔρημον ὁμοῦ μὲ τὰ θηρία. Συλληφθεὶς λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Δομετιανόν, καὶ ὁμολογήσας ὁτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός, κατακαίεται εἰς τὰ ὦτα μὲ πυρωμένα σίδηρα, καὶ βάλλεται ἐντὸς λέβητος γεμάτου ἀπὸ βόρβορον βράζοντα. Ἔπειτα, κρεμᾶται κατακέφαλα, καὶ μὲ παράδοξον τρόπον ἀπὸ ὅλα φυλάττεται ἀβλαβής, καθότι ἀνεφάνη εἷς λέων ἐντὸς τοῦ θεάτρου, ὅστις μὲ ἀνθρωπίνην φωνὴν ἐλάλησε περὶ τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν, ἐκ τούτου εἵλκυσεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τὸν Κομενταρήσιον Ἀθανάσιον, λαβὼν δὲ ὁ Ἅγιος ἐλευθερίαν ἀπὸ τὸν τύραννον, ὑπῆγεν πάλιν εἰς τὴν ἔρημον καὶ εἰς τὰ ὄρη, ὅπου πρότερον διέτριβε, καὶ κατηχεῖ καὶ βαπτίζει τὸν ῥηθέντα Ἀθανάσιον. Ἐκεῖ λοιπὸν εὐρισκομένων αὐτῶν, ἐσχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐμβάντες καὶ οἱ δύο, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς Ὁσίας Ἀπολλιναρίας τῆς Συγκλητικῆς.
Στίχοι:
Αἴρουσιν ἐκ γῆς τὴν Ἀπολλιναρίαν,
Καὶ γὰρ κατοικεῖν οὐρανοὺς ἧν ἀξία.
Αὕτη, ἦτο κατὰ τοὺς χρόνους Λέοντος του ἐπονομαζομένου Μακέλλη, θυγάτηρ Ἀνθεμίου, ὅστις διωρίσθη παρὰ τοῦ βασιλέως διοικητὴς τῆς Ῥώμης· κατὰ δὲ τὸ κάλλος καὶ τὴν φρόνησιν αὔτη ὑπερέβαινε τὰς πολλὰς γυναῖκας τοῦ τότε καιροῦ. Ἐκ νεαρὰς δὲ ἡλικίας ἐπόθησε τὴν παρθενίαν, καὶ παρεκάλει τὸν Θεὸν νύκτα καὶ ἡμέραν νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ποθουμένου. Διό, παρεκάλεσε καὶ τοὺς γονεῖς της νὰ τὴν συγχωρήσωσι νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι τῆς ἔδωσαν τὴν ἄδειαν, λαβοῦσα ἡ μακαρία δούλους καὶ ὑπηρετρίας ὁμοίως καὶ χρυσίον καὶ ἄργυρον καὶ ἐνδύματα πολύτιμα, ὐπῆγεν εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἐκεῖ τὰ ἐμοίρασεν ὅλα εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπροσκύνησε τοὺς ἁγίους τόπους καὶ ἠλευθέρωσε τοὺς δούλους καὶ ὑπηρετρίας της, ἐκράτησε μεθ’ἑαυτῆς μόνον ἕνα γέροντα καὶ ἕνα εὐνοῦχον, τοὺς ὁποίους παραλαβοῦσα ἐπορεύθη εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Φθάσασα δὲ εἰς ἕνα τόπον ὁμαλὸν καὶ ἴσον, ἀπεφάσισε νὰ καθίσωσιν ἐκεῖ, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν ὀλίγον ἀπὸ τὸν κόπον τῆς ὁδοιπορίας.
Ὅτε δὲ οἱ ἄνθρωποί της ἐκοιμήθησαν, τότε ἡ τρισολβία πάντα καταφρονήσασα, φεύγει κρυφίως καὶ ἐμβαίνει εἰς τὸν ἐκεῖσε εὑρισκόμενον λόγγον. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔμεινε χρόνους πολλούς, ὥστε ἔγινε τὸ δέρμα τοῦ σώματός της σκληρὸν ὡς δέρμα χελώνης, ἀπὸ τὰ δαγκάματα τῶν ἐν τῷ λόγγῳ ἐκείνῳ εὑρισκομένων κωνώπων. Ἔπειτα, ἔρχεται εἰς μίαν Σκήτη, ὅπου ἦσαν πολλοὶ Ἅγιοι Πατέρες, καὶ ἐκεῖ ὑποκρινομένη ὅτι εἶναι εὐνοῦχος, ὠνόμασεν ἑαυτὴν Δωρόθεον. Ὁ δὲ ἐκεῖ εὑρισκόμενος Ὅσιος Μακάριος ἐδέχθη αὐτὴν καὶ τῆς ἔδωκε κελλίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγκλεισθεῖσα ἡ τρισολβία, προσηύχετο εἰς τὸν Θεὸν νύκτα καὶ ἡμέραν. Ὁ δὲ πατήρ της Ἀνθέμιος, εἶχε καὶ ἄλλην θυγατέρα, ἡ ὀποία ἔπασχεν ἀπὸ ἀκάθαρτον δαιμόνιον, ὅθεν ἔστειλεν αὐτὴν εἰς τοὺς πατέρας τῆς σκήτης διὰ νὰ τὴν ἰατρεύσωσιν. Πρερὶ δὲ τῆς θυγατρός του ταύτης Ἀπολλιναρίας ἀπέκαμε, καὶ πλέον δὲν ἠρεύνα δι’ αὐτήν. Οἱ δὲ πατέρες ἔστειλαν τὴν δαιμονισμένην πρὸς τὴν ἀδελφήν της, ἥτις ὑπεκρίνετο ὅτι ὀνομάζεται Δωρόθεος, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω. Καὶ εἰς ὀλίγας ἡμέρας ἠλευθερώθη ἀπὸ τὸν δαίμονα τὸ κοράσιον, καὶ ἀποστέλλεται ἀπὸ τοὺς πατέρας ὑγιὲς εἰς τὸν πατέρα της. Ὕστερον δὲ ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἤρχισεν ἡ κόρη νὰ φαίνεται ὅτι ἦτο ἔγκυος, ὁ δὲ πατήρ, νομίσας ὅτι ἐγκυμονεῖ ἀπὸ τὸν ἀββᾶν Δωρόθεον, πέμπει παρευθὺς ταχυδρόμους καὶ φέρουσιν αὐτὸν ἔμπροσθέν του.
Ἡ δὲ Ὁσία, δείξασα μέ τινα σημεῖα, ὅτι ἦτο γέννημα καὶ θυγάτηρ τοῦ Ἀνθεμίου, ἔκαμεν ὅλους νὰ θαυμάσωσι καὶ νὰ φοβηθῶσι, καὶ μάλιστα διὰ τὸ θαῦμα ὅπερ ἔκαμεν εἰς τὴν ἰδίαν ἀδελφήν της. Μετὰ ταῦτα μείνασα ὀλίγας ἡμέρας μὲ τοὺς γονεῖς της, πάλιν ἐγύρισεν ὀπίσω εἰς τὸ κελλίον της, χωρὶς νὰ μάθῃ κανεὶς τὶ ἐποίησεν. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐτελεύτησε, τότε ἐγνωρίσθη εἰς τοὺς μοναχοὺς ὅτι εἶναι γυνή, ὅθεν ὅλοι ἐξέστησαν διὰ τοῦτο, καὶ παρεκινήθησαν νὰ εὐχαριστήσωσι τὸν Θεόν.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ Ἅγιοι ἕξ Μάρτυρες, ἐν εἰρήνη τελειοῦνται.
Στίχοι:
Ψυχαὶ διαυγεῖς ἕξ ἀποπτᾶσαι βίου,
ἑξαπτέρυξι συμπαρίστανται νόοις.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Εὐθυμίου τοῦ νέου, τοῦ κειμένου πλησίον τοῦ Ἁγίου Μωκίου.
Στίχοι:
Εὔθυμος, Εὐθύμιος ἀσκήσας πόνοις,
Εὔθυμος ἧκε πρὸς μονὰς εὐθυμίας.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος, ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Βατοπαιδίου, ὁ ἐλέγξας τὸν λατινόφρονα βασιλέα Μιχαήλ, καὶ Βέκκον τὸν Πατριάρχην, ἐν τῷ βυθῷ τελειοῦται.
Στίχοι:
Ἔπνιξεν ὕδωρ Εὐθύμιον τὸν πάνυ,
Καταισχύναντα λατινοφρόνων πλάνην.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ μετὰ τοῦ Εὐθυμίου δώδεκα μοναχοὶ βατοπεδινοί, οἱ τοὺς ἀνωτέρω λατινόφρονας ἐλέγξαντες, ἀγχόνῃ τελειοῦνται.
Στίχοι:
Εἷλεν μοναστῶν δωδεκὰς λαμπρὰ στέφη,
ἤλεγξε καὶ γὰρ λατινοφρόνων πλάνην.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χρυσάνθου καὶ Εὐφημίας, τῆς πλησίον τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου.
Στίχοι:
Χρύσανθος ἀνθεῖ καρπὸν ἥδιστον πάνυ,
Τὸν καὶ πολὺ φανέντα κρείττω χρυσίου.
Εὐφημίας λόγος σε τὴν Εὐφημίαν,
Τρανῶς κατηξίωσε τῆς ἀθανάτου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη του Ἁγίου ἐνδόξου Νέου Ὁσιομάρτυρος Ὀνουφρίου του ἐν Χίῳ μαρτυρήσαντος ἐν ἔτει ᾳωιη΄ (1818)
Στίχοι:
Χριστὸν ποθήσας Ὀνούφριος ἐκθύμως,
Θνήσκει δι’ αὐτὸν τῷ ξίφει χαίρων ὅλος.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ἁγίου Θεοπρόβου, ἐπισκόπου Καρπασίας Κύπρου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου τοῦ Α΄, ἀρχιεπισκόπου Ζερβῶν.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ὅσιος Ἀχιλλέας ὀ Διάκονος τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῆς εὑρέσεως τῶν Ἁγίων Λειψάνων τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐξ Ὀθωμανῶν, ἐκ Κονίτσης καταγομένου, καὶ ἐν Βραχωρίῳ ἀθλήσαντος ἐν ἔτει 1814. Ταῦτα δὲ εὑρέθησαν ἐν ἔτει 1974, ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς Προυσιωτίσσης, ἔνθα και ἐναπόκεινται.
Στίχοι:
Τῶν ἀθλητικῶν ὀστῶν σου τῇ εὐρέσει,
Ἰωάννη γήθεται πιστῶν χορεία.
Οὗτου τὸ ἀθλητικόν του λείψανον, φόβῳ τῶν Ἀγαρηνῶν, ἐν Βραχωρίῳ, ἔνθα τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου διήνυσε, ἐτάφη ἐν σπουδῇ παρά τινων εὐλαβῶν χριστιανῶν ἕν τινι ἀγρῷ, ἐξ οὗ μετηνέχθησαν τὰ ἱερὰ ὀστᾶ κρυφὰ χερσὶν ὁσίαις παρὰ τοῦ ἐν τῇ μοναχικῇ ζωῇ διαπρέποντος, τοῦ καὶ τῷ τῆς ἱερωσύνης ἀξιώματι τετιμημένου Κυρίλλου τοὐπίκλην Καστανοφύλλη, εἰς τὴν Ἱ. Μ. τῆς Προυσιωτίσσης, ἐν τῇ ἑνιαυτῶν 1814-1821 περιόδῳ, καὶ ἐναπετέθησαν ἐν τῇ κρύπτῃ τοῦ σκευοφυλακίου. Παρεληλυθότων δὲ χρόνων ἱκανῶν, λήθῃ περιέπεσον καὶ ἐτέλουν τοῖς πᾶσιν ἀφανῆ καὶ ἄγνωστα. Ἐπὶ τῆς κρύπτης, χειρὶ τοῦ κομίσαντος, ἐγκεχάρακται τάδε: Οὐ μεταλλεῖον ἀργυροχρύσου πέλω, ἀλλ’ ὅλβον φέρω. Πάντα λίθον μὴ κίνει.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε νεύσει τοῦ Ἁγίου, εὐλογοῦντος τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου κ. Δαμασκηνοῦ, ἠβουλήθησαν οἱ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς διᾶραι τὸν λίθον πρὸς ἀποκάλυψιν τοῦ κεκρυμμένου μυστηρίου. Καὶ τούτου γενομένου, ἄῤῥητος ἐξῆλθεν εὐωδία, εὐφραίνουσα καὶ ἐκπλήττουσα πάντας, καὶ ξύλινον κιβώτιον τεθέαται ἐντὸς τῆς κρύπτης, ἐν ᾧ εὕρηται ἠ κάρα μετὰ τῶν ὁστέων ἀγνώστου ἡμῖν Ἁγίου. Ἐρευνωμένου ἔτι τοῦ τόπου καὶ τῶν ἱερῶν συλλεγομένων ὀστῶν, εὑρέθη κέραμος, ἐν ᾗ ἐπιγέγραπται:ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ. Οὗτος ἧν ὁ ἐξ Ὀθωμανῶν Ἰωάννης, ὁ ἐν Βραχωρίῳ, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσας κατὰ τὸ 1814 Σεπτεμβρίου κγ΄.
Γνωσθέντος τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀγίου, ἐπλήσθησαν πάντες χαρὰς καὶ πολλῆς κατανύξεως, καὶ ἐν ἱερᾷ προπομπείᾳ, προεξάρχοντος τοῦ Ἁγίου Ἀρχιερέως, μετηνέχθησαν τὰ μαρτυρικὰ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου λείψανα, ἐν τῷ τῆς Μονῆς τεμένει, ἔνθα καὶ κατετέθησαν, πρὸς ἁγιασμὸν καὶ ἴασιν ψυχῶν καὶ σωμάτων τῶν εὐλαβῶς προσερχομένω αὐτοῖς.
Ταῦτα ἐγένοντο ἐν τῇ Ἱ. Μ. τῆς Προυσιωτίσσης, ἀρχιερατεύοντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Δαμασκηνοῦ Κοτζιᾶ, καὶ ἡγουμενεύοντος τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδίτου κ, Γρηγορίου Ζουμῆ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμην ἐπιτελοῦμεν τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ, τοῦ ἐν Χίῳ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῇ καρτερία ἀθλήσαντος καὶ ἐν ἀσκήσει διαπρέψαντος.
Στίχοι:
Σχῆμα Μοναχῶν φορέσας Νικηφόρος,
τύπος προσευχῆς ἐγένετο ἀπαύστου.
Ἰανουαρίου τετράδι σὰρξ λεπρῶσα Νικηφόρου χθονὶ ἐτάφη,
πνεῦμα δὲ ὁλόλαμπρον ἐν οὐρανοῖς ἀνέπτη.
Οὗτος ὁ πανίερος καὶ ἐν ὁσίοις θαυμαστὸς πατὴρ ἡμῶν Νικηφόρος, πατρίδα ἐπίγειον ἔσχε τὸ χωρίον Σηρικάριον τῆς μεγαλονήσου Κρήτης, ἔνθα ἐγεννήθη περὶ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἔνατου αἰῶνος (ἐν ἔτει 1890), ἐκ γονέων εὐσεβῶν καὶ τὰς ἀρετὰς ἐν ἁπλότητι ψυχῆς καὶ πίστει ἐπιμελουμένων. Τούτους, τὴν παιδικὴν ἔτι ἄγων ἡλικίαν ἐστερήθη, τὴν δὲ κηδεμονίαν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ ἐκ πατρὸς πάππος τοῦ Ἰωάννης Τζανακάκης.
Τῇ θλίψει τῆς ὀρφανίας προσετέθη πάραυτα καὶ ἡ ἀνύποιστος ὀδύνη τῆς λέπρας καὶ τὰ ἐκ ταύτης ὅσα ἀλγεινά. Τὸ ἐμφανὲς τῶν στιγμάτων τῆς φοβερωτάτης καὶ ἀνιάτου ἐτι νόσου ταύτης, ἠνάγκασαν τὸν δεκαεξάχρονον Νικόλαον, ὅπως μεταβῇ ἐκ τῶν Χανίων τῆς Κρήτης, ἔνθα τὴν τοῦ κουρεύειν τέχνην ἐξεμάνθανεν, εἰς Ἀλεξάνδρειαν τὴν μεγάλην. Κἀκεῖ ἐργαζόμενος τὰ τοῦ ζῆν ἐξοικονομεῖ καὶ τοῖς πολλοῖς φιλίαν συνάπτων, τῆς ἀγαθῆς καὶ καθαρὰς αὐτοῦ καρδίας τὴν ἀγάπην ἔκδηλον ἐποίει. Τιμὴν δὲ περισσὴν προσνέμων τοῖς Ἀρχιερεῦσιν, ἱερεῦσι καὶ ἄλλοις ἐκκλησιαστικοῖς προσώποις, τὴν αὐτῶν συμπαράστασιν ἀντέλαβεν ὡσαύτως.
  
Τῇ συμβουλῇ ὅθεν καὶ ἐνισχύσει Ἀρχιερέως τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ θρόνου, ἔφθασεν εἰς τὴν ἱερὰν τῆς Χίου νῆσον, παραδοθεὶς εἰς ὑπακοὴν τελειωτάτην τοῦ μακαρίου καὶ ἐν ἀρεταῖς περιβοήτου Γέροντος Ἀνθίμου τοῦ Βαγιάνου. Οὗτος καταβαλῶν τὸ ποσὸν τῶν τριάκοντα χρυσῶν λοϊζίων, ἐκ τῶν συναχθέντων πρὸς ἀνέγερσιν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς «Παναγίας τῆς Βοηθείας», ἧς ἐγένετο κτίτωρ μετ᾿ ὀλίγον καὶ ἐν θαύμασι ξακουστός, συγκατερίθμησε τὸν λεπρὸν Νικόλαον εἰς τοὺς ἐγκαταβιοῦντας ἐν τῷ λεπροκομείῳ τῆς Χίου, ἐν ἔτει 1914. Μετὰ παρέλευσιν δύο ἐτῶν, ἔκειρε τοῦτον μεγαλόσχημον Μοναχόν, μετονομάσας αὐτὸν Νικηφόρον.
Τῷ ὄντι δὲ ὕστερον ἡ κλῆσις τοῖς ἔργοις ἐπαληθεύσατο, καθ᾿ ὅσον ἐν ἀγῶσιν ἀσκητικοῖς διέπρεψεν οὗτος καὶ ἐν νίκαις ἱεραῖς ἐπεσφραγίσατο τοὺς κατὰ Θεὸν αὐτοῦ καμάτους, γενόμενος ἀθλητὴς Χριστοῦ ἱκανώτατος. Ἐν καρτερίᾳ τῶν ἐκ τῆς λέπρας δεινῶν ἄκαμπτος, ἐν τῇ ὑπομονῇ ἀκέραιος, ἐν τῇ ἀσκήσει θαυμαστός. Νηστεύων οὐκ ἐπαύσατο, παρὰ τὸ ἀσθενὲς τοῦ πήλινου σκεύους τῆς σαρκός, ἀπέχων καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐλαίου τὰς διατεταγμένας ὑπὸ τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἡμέρας. Τὰς ἀγρυπνίας ἑξαιρέτως ἠγάπα, προσευχόμενος ἐν νυκτὶ εἰς τὸ κελλίον τοῦ, ἔνθα ἀμετρήτους μετανοίας ἄχρις ἐδάφους ἐποίει. Τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνάξεως οὐδέποτε ἐχωρίζετο, μετέχων ἐνεργῶς ὡς ψάλτης εἰς τὸν ἱερὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ἐν τῷ λεπροκομείῳ τῆς Χίου, ἔνθα ἐφυλάσσετο καὶ ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς «Παναγίας τῆς Ὑπακοῆς», ἥν ἐπιμελῶς ἐπεχρύσωσε ὁ ὅσιος Ἄνθιμος, τῇ ἐν ὁράματι αὐτοῦ προσταγὴ τῆς Κυρίας Θεοτόκου.
Τὸ ἱερὸν ψαλτήριον καὶ πλῆθος τροπαρίων ἀπήγγειλε μετὰ ζήλου ἐπαινετοῦ καὶ ἀπὸ στήθους πλειστάκις ἔλεγεν, ὅταν ἡ ὅρασις αὐτοῦ ἐμειώθη καὶ ἐξέλιπε σὺν καιρῷ. Τῆς ἐργασίας οὐχ ἠμέλει, περιποιούμενος τὸν μικρὸν τοῦ ἀνθόκηπον μετὰ τοῦ μαθητοῦ καὶ βοηθοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου. Τῆς ἐγκρατείας τύπος ἐγένετο, ἀρκούμενος εἰς τὰ πλέον χρειώδη καὶ μοιράζων τὰ λοιπά. Τῆς πτώχειας καὶ ἀκτημοσύνης εἰκὼν τελεία ἐφάνη, τῆς προσευχῆς δὲ κεφάλαιον καὶ θησαυρὸς πολύτιμος, τὸ τοῦ Παύλου πληρῶν ἐν ἀκριβείᾳ: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Τῆς εἰρήνης φίλος μηδέποτε φιλονικῶν, τῆς εὐσεβείας ἐραστής, τῆς πίστεως σφραγίς, τῆς δὲ παρηγορίας στόμα γλυκύτατον. Χαρισμάτων τιμίων πλήρης κρατήρ, διακρίσεως στάθμη, διοράσεως μέτρον, προοράσεως δὲ ὀφθαλμὸς καθαρός, τὰ πόῤῥω ὡς ἐγγὺς γινώσκων, ἐν τῷ σώματι ἐτι περιών, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον ἐξαίσια τοιαῦτα ἐπιτελῶν, Θεοῦ συνεργοῦντος.
Τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλὰ ἐκτήσατο, ὁ θεσπέσιος οὗτος Νικηφόρος, εἰς μέτρα φθάσας Ἀγγέλων. Διὸ καὶ πρὸ τοῦ τέλους αὐτοῦ ἤρθη μετέωρος ἐν καιρῷ νυκτός, καθ᾿ ὃν προσηύχετο, ὡς ἔβλεψεν αὐτὸν Εὐμένιος, ὁ τούτου μαθητής, ὁ διαμένων ὡς ἱερουργὸς ἐν τῷ ἀντιλεπρικῷ σταθμῷ «Ἅγια Βάρβαρα» Ἀθηνῶν, ἔνθα μετέβη ὁ ὁσιώτατος Νικηφόρος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1957, ὅτε ἔπαυσεν ἡ λειτουργία τοῦ λεπροκομείου τῆς Χίου. Εἰς τοῦτον τὸν ἐνάρετον ἄνδρα καὶ θεῖον Εὐμένιον ἐνεχείρισε τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου, τοῦ Γέροντος τοῦ, ὁ λεπρὸς Νικηφόρος, λέγουσαν ἐν ἄλλοις: «Προσέξατε τοῦτον τὸν θησαυρόν, τοῦτον τὸν πολύτιμον μαργαρίτην...». Μαργαρίτης Χριστοῦ πάνυ ἀκριβός, θησαυρὸς προσευχῆς μέγα ὑπέρτιμος, ὁ λεπρὸς τῷ σώματι, πλὴν καθαρώτερος χιόνος τῇ ψυχῇ Νικηφόρος. Τῆς νήψεως διδάσκαλος, τῆς νοερᾶς προσευχῆς καθηγητὴς ἐμπειρότατος, τῆς καθαρᾶς καρδίας ἐπιμελούμενος τὴν τελειότητα, τῆς ὁμιλίας μετὰ τοῦ Θεοῦ Ἀγγέλων ἐφάμιλλος, τῆς ἁρπαγῆς τοῦ νοὸς γνώστης δοκιμώτατος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος ὑψιπέτης ἀετός, Θεοῦ ἐραστής, Θεοῦ στρατιώτης, Θεοῦ θεράπων, Θεὸν ἀναπνέων, Θεοῦ εὐωδία τοῦ μόνου εὐλογητοῦ.
Τὸν Ἰὼβ ἐμιμήσατο ἄχρι τέλους, ὅτε ἐν κλίνη κατέκειτο, τῶν μελῶν αὐτοῦ ἐκ τῆς λέπρας παραλυθέντων. Ὡς Λάζαρος ὁ ἐν πληγαῖς, ἐν πραότητι ἐκαρτέρει, τὸν Θεὸν δοξολογών, οὑ εἰς χεῖρας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ παρέδωκεν, ἐν ἔτει 1964, τῇ τετάρτη Ἰανουαρίου μηνός, ἐνταφιασθεὶς ἐν τῷ Κοιμητηρίῳ τοῦ ἀντιλεπρικοῦ σταθμοῦ ἐν Ἀθήναις. Οὕτως ἐν ἀφανείᾳ μετέβη εἰς οὐρανούς, ὁ τῷ Θεῷ γνωστὸς καὶ οἰκεῖος καὶ υἱὸς ὑπήκοος Αὐτοῦ, Νικηφόρος ὁ λεπρός.
Τὰ τίμια καὶ εὐωδιάζοντα καὶ χαριτόβρυτα αὐτοῦ λείψανα, ἐφυλάσσοντο εἰς θήκην μικροῦ κιβωτίου, ὑπὸ τοῦ πνευματικοῦ τοῦ τέκνου, Εὐμενίου ἱερομόναχου, ὅστις διηκόνησε τόν᾿Ὅσιον τοῦτον ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐπὶ γῆς αὐτοῦ καλῆς στρατείας, διανεμηθέντα ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῖς σεβομένοις τὸν ὅσιον τοῦτον Πατέρα, τὸν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις ἄριστον ὑπογραμμὸν τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας καὶ πύκτην ἐμπειρότατον ἐν τοῖς ἐνθέοις ἀγωνίσμασιν, Νικηφόρον τὸν λεπρόν, τὸ καύχημα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ πάντων ἡμῶν πρέσβυν πρὸς Θεὸν θερμότατον.
Ταῖς αὐτῶν Ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
ᾨδὴ ζ΄. Δροσοβόλον μὲν τὴν κάμινον.
Ἱκανώτατον σὲ ἔγνωμεν διδάσκαλον, νήψεως καὶ ἀπαύστου εὐχῆς· παρ᾿ Ἀνθίμου γὰρ Νικηφόρε, ἔμαθες αὐτήν, καὶ ἐψαλλες ὅλῃ σου ψυχῇ· εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Ἀριστεύσας ἐν τιμίοις ἀγωνίσμασιν, στέφανον ἀνεδήσω λαμπρόν· καὶ ἀμάραντον Νικηφόρε, ὅθεν ἐν χαρᾷ, Κυρίῳ τὴν αἴνεσιν βοάς· εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Ζηλωτὴς Ἰὼβ τοῦ θείου ἀνεδέδειξαι, λέπρωσιν καρτερήσας σαρκός· καὶ τὰ ἕλκη σου Νικηφόρε, φέρων ἀνδρικῶς, γηθόμενος ἐψαλλες ἀεί· εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Θεοτοκίον.
Ὡραιότητος ὡς σκήνωμα ὑπάρχουσα, Δέσποινα Θεοτόκε Ἁγνή· τὸν ὑπέρτερον ἐν τῷ κάλλει, ἔτεκες Θεόν, καὶ ἅπαντας ἤγειρας βοᾷν· εὐλογημένη ἡ Θεόν, ἀποτεκοῦσα σαρκί.
ᾨδὴ η΄. Ἐκ φλογὸς τοῖς ὁσίοις.
Ἱκανὰ τῶν ἀγώνων, ἔστησας τρόπαια, καὶ Θεὸν στεφοδότην, ἄθλοις σου ηὔφρανας· ὅθεν παρ᾿ Αὐτοῦ, λαμπρά, γέρα ἐκόμισας· καὶ τῆς εὐωδίας, τὰ ῥεῖθρα Νικηφόρε.
Σοφιστὴν τῆς κακίας, πάτερ ἐγέλασας, καὶ σοφίας τῆς ἄνω, ἔσοπτρον γέγονας· βλέπειν τὰ μακράν, καλῶς, λέγειν τὰ μέλλοντα· καὶ ἐπιγινώσκειν τὰ θεία Νικηφόρε.
Ἱερὸν Παρακλήτου, στόμα γεγένησαι, καὶ παρήγορον λόγον, χαίρων μετέδωκας· πόνων γὰρ ὁδόν, δραμών, δέδειξαι μέτοχος· τῶν εἰρηνοδώρων, χαρίτων Νικηφόρε.
Θεοτοκίον.
Δυνατὸν ἐν ἰσχύϊ, Λόγον ἐκύησας, ὡς Αὐτὸς ἠβουλήθη, Πάναγνε Δέσποινα· φύσεως θεσμούς, σεμνή, μόνη ἐκαίνισας· σοὶ οὖν προσφωνοῦμεν, τὸ χαῖρε εἰς αἰῶνας.
ᾨδὴ θ΄. Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον.
Στίχ.: Μεγάλυνον ψυχή μου, λεπρῶντα Νικηφόρον, τὸν ἄθλοις καρτερίας λαμπρῶς μεγαλυνθέντα.
Ὡς μέγαν πλοῦτον πιστοῖς κατέλιπες, τὰ ἱερὰ καὶ πλήρη εὐωδίας σου λείψανα· ἐν αὐτοῖς γὰρ Πνεύματος, Ἁγίου πολλή, χάρις κατασκηνοῦσα· νέμει ἑκάστοτε, ῥῶσιν Νικηφόρε καὶ ζωῆς, θείαν ἀπόλαυσιν.
Στίχ.: Μεγάλυνον ψυχή μου, λεπρῶντα Νικηφόρον, ὁσίων θείους δήμους κοσμήσαντα πρεπόντως.
Ῥαδίως τρῖβον στενὴν ἐβάδισας, ἐν πλατυσμῷ καρδίας Νικηφόρε πανόλβιε· καὶ αὐλὰς κατῴκησας, τὰς πλήρεις φωτός, πόλεως οὐρανίου· ἔνθα Κυρίῳ σου, σὺν τοῖς ἀπ᾿ αἰώνων ἐκλεκτοῖς, προσάγεις αἴνεσιν.
Δόξα.
Στίχ.: Μεγάλυνον ψυχή μου, λεπρῶντα Νικηφόρον, Χαρίτων Παρακλήτου θησαύρισμα εὐῶδες.
Ἀγγέλων ἅμα εὐφραίνει τάγμασιν, ἐν οὐρανοῖς ἀφράστως Νικηφόρε ἀοίδιμε· τῇ σαρκὶ ὡς ἄϋλος, ἠσκήθης ἐν γῇ, πόνους καθυπομείνας· θείῳ φρονήματι, ὅθεν νῦν μετέχεις τῆς τερπνῆς, ἀγαλλιάσεως.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Στίχ.: Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν λυτρωσαμένην, ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας.
Σοφίαν Λόγον Θεοῦ καὶ Δύναμιν, ἐν σῇ γαστρὶ Παρθένε παραδόξως ἐκύησας· καὶ Ἀδὰμ ἀνήγαγες, εἰς θρόνον Θεοῦ, δόξης τε παραστάτην· τοῦτον ἐποίησας, ἵνα σου δοξάζῃ ἐκτενῶς, τὴν ἀγαθότητα.
Ἐξαποστειλάρια. Ἦχος γ΄. Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις.
Τὰ ἀλγεινὰ τῆς λέπρας, καθυπομείνας ἀδρικῶς, τὸν τῆς ψυχῆς σου χιτῶνα, ἐλάμπρυνας πανευπρεπῶς, ὦ Νικηφόρε τῆς νίκης, φερωνυμῶν τῆς καλλίστης.
Προεόρτιον. Ὅμοιον.
Ἡ τῶν ὑδάτων φύσις, πᾶσα ἀγάλλου ἐν χαρᾷ, ὁ γὰρ τῶν πάντων Δεσπότης, ἐν Ἰορδάνῃ ποταμῷ, ἑκὼν μολεῖ βαπτισθῆναι, ὑπὸ τοῦ θείου Προδρόμου.
ΑΙΝΟΙ. Ἦχος α΄. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Ἑορταζέτω νῦν Κρήτη, ἡ μεγαλόνησος, καὶ οἷα μήτηρ χεῖρας, γηθοσύνως κροτείτω, μέλπουσα τὸν ταύτης, ἄρτι υἱόν, Νικηφόρον τὸν πάνσεπτον, τὸν ὑπομείναντα λέπρας τὰ ἀλγεινά, τοῦ ἀδάμαντος στεῤῥότερον.
Ἰὼβ Νικηφόρε, γενναίως ἔφερες, ἐκ παίδων ὀρφανίαν, ξενιτείαν τε θλίψεις, λέπραν καὶ ὀδύνας, καὶ σκοτασμόν, τῶν προσκαίρων ὀμμάτων σου, ἀλλ᾿ οὐρανίων τὰ κάλλη καινοπρεπώς, ἐθεάσω ἐν καρδία σου.
Ὑπομονὴς Νικηφόρε, κανὼν γεγένησαι, τῆς καρτερίας μέτρον, ἐγκρατείας ἡ στάθμη, λύχνος φωτοφόρος, ὑπακοῆς, προσευχῆς τε διδάσκαλος, τῆς ταπεινώσεως βάθρον ὑψοποιόν, καὶ πραότητος θησαύρισμα.
Ταῖς νουθεσίαις Ἀνθίμου, ὑπείκων γέγονας, Σιὼν τῆς ἄνω λίθος, χρυσαυγὴς Νικηφόρε, πλέον τῆς χιόνος, τῇ σῇ ψυχή, καθαρεύων μακάριε, καὶ ἀπαστράπτεις λειψάνοις σου ἱεροῖς, εὐωδίαν τὴν οὐράνιον.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄.
Τὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἱερώτατον ταμεῖον, τὸ τῆς χιόνος καθαρώτερον ἔσοπτρον τῶν ἀρετῶν, Χριστοῦ τοῦ πραέος καὶ ταπεινοῦ τῇ καρδίᾳ, τὸν ἐράσμιον φίλον, Νικηφόρον μεγαλύνωμεν. Καὶ γὰρ τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, ἐμεγάλυνε τὸν Κύριον, τὰ Τούτου γλυκέα λόγια, ἀπὸ στήθους ψάλλων ἐκτενῶς, στόμα δὲ παρήγορον ἐγένετο τοῖς πᾶσι. Πρεπόντως οὖν παρὰ Χριστοῦ ἐτιμήθη, τῇ τῶν λειψάνων αὐτοῦ ἀῤῥήτῳ εὐωδίᾳ, εὐφραίνων ἀεὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτά, καὶ τὴν πανέορτον αὐτοῦ μνήμην δοξάζοντας.
Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον.
Ἡ τῶν γηγενῶν παραπεσοῦσα φύσις, γηθοσύνως νῦν προεόρτασον, τῆς μεγάλης εὐλογίας τὰ προοίμια. Ἰδοὺ γὰρ ὁ Ὕψιστος Θεός, καὶ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, ἐν τοῖς ποταμίοις ὕδασιν, ἐγγίζει βαπτισθῆναι· ἵνα δι᾿ ὕδατος εἰς οὐρανούς, πάντας ἀνυψώση, καὶ βασιλείας χαρίσηται τὸ ἀξίωμα. Σὺν τῳ Ἀδὰμ καὶ ἡμεῖς πανηγυρίσωμεν, τῆς σωτηρίου χαρᾶς τὴν ἀντίδοσιν, οὕτω βοῶντες· ὁ τῶν θαυμασίων Θεός, καὶ τῶν Δυνάμεων Κύριος, εἰς τοὺς αἰῶνας, δόξα Σοι.
Δοξολογία Μεγάλη.
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Τυπικά, καὶ εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς γ΄ καὶ στ΄ ᾠδὴ ἐκ τοῦ Κανόνος τοῦ Ὁσίου.
Ἀπόστολος.
Προκείμενον τοῦ Ἀποστόλου. Ἦχος βαρὺς (Ψαλμὸς ριε΄): Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.
Στ.: Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;
Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἐστὶ νόμος...
Στίχ.: Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.
Ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
Εὐαγγέλιον (ὁσιακόν).
Μεγαλυνάριον.
Δεῦρο φιλοχρίστων θεία πληθύς, τοῦ Χριστοῦ τὸν φίλον Νικηφόρον νῦν τὸν λεπρόν· ὕμνοις ἐγκωμίων κοσμήσωμεν ἀξίως, ὡς θείας καρτερίας, πύκτην πανάριστον.
Κοινωνικόν: Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου